Η Ἁγία Μάρτυς
Τατιανὴ καταγόταν ἀπὸ τὴ Ρώμη καὶ ἔζησε κατὰ τὴν ἐποχὴ τοῦ αὐτοκράτορα
Ἀλεξάνδρου τοῦ Σεβήρου (222 – 235 μ.Χ.). Ὁ πατέρας της εἶχε διατελέσει ὕπατος.
Ἡ Ἁγία Τατιανὴ εἶχε τὸ ἐκκλησιαστικὸ ἀξίωμα τῆς
διακόνισσας καὶ στὴν ὑμνολογία παρίσταται ὡς μαθήτρια τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων
Πέτρου καὶ Παύλου. Ἡ ἐπισημότητα τῆς καταγωγῆς της καὶ ὁ ἔνθεος ζῆλος μὲ τὸν
ὁποῖο ἐκτελοῦσε τὰ διακονικά της καθήκοντα, ἔδωσαν στὴν Τατιανὴ περιφανὴ θέση
μεταξὺ τῶν Χριστιανῶν. Καὶ οἱ Ἐθνικοὶ ὅμως εἶχαν ἀκούσει περὶ αὐτῆς καὶ δὲν
μποροῦσαν νὰ δεχθοῦν τὸ γεγονὸς ὅτι μία τέτοια γυναίκα καταφρονοῦσε τὶς
κοσμικὲς βλέψεις καὶ περιφρονοῦσε τὰ εἴδωλα, γιὰ νὰ ὑπηρετεῖ μὲ τόση
αὐταπάρνηση τοὺς Χριστιανοὺς καὶ νὰ κηρύττει τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Κυρίου.
