Ο Παντοκράτωρ Ιησούς Χριστός

Ο Παντοκράτωρ Ιησούς Χριστός

Πέμπτη, 28 Ιανουαρίου 2016

Όσιος Ιάκωβος ο Ασκητής (Εορτή: 28 Ιανουαρίου)

Οι πράξεις είναι δείγμα αγιότητας ή κακίας. Όχι όμως πάντα! Υπάρχουν περιπτώσεις, που ακόμα και ένας άγιος μπορεί να πέσει, και μάλιστα να πέσει ΣΟΒΑΡΑ. Και το γνωστό παράδειγμα του μοιχού και φονιά βασιλιά Δαυίδ, του “ανδρός κατά την καρδία του Θεού”, μας το έχει δείξει από αρχαίων χρόνων. Όμως και σε νεότερες εποχές, ο Θεός έχει επιτρέψει τέτοιες δραματικές πτώσεις αγίων, για πολλούς λόγους, των οποίων οι τρεις σπουδαιότεροι είναι αυτοί:
Για να μην επαναπαυόμαστε στις δάφνες μας.
Για να χτυπήσει τον ευσεβισμό μας και την επίκριση προς τους άλλους.
Για να δούμε τη σωτήρια δύναμη της μετανοίας, και να νικάμε την απελπισία.

Ὁσιος πατήρ ημών Ιάκωβος ο ασκητής

Ὁ ὅσιος Ἰάκωβος ἔζησε ἀρχικὰ δεκαπέντε χρόνια σὲ σπήλαιο κοντὰ στὴν κωμόπολη Πορφυριανῆ τῆς Παλαιστίνης (σημ. Χάιφα). Ἀσκήθηκε στὴν ἐκκοπὴ τοῦ σαρκικοῦ φρονήματος καὶ στὴν προσευχὴ μὲ τόσο ζῆλο, ὥστε ὁ Θεὸς τοῦ ἔδωσε τὸ χάρισμα τῆς θαυματουργίας. Χωρὶς ποτὲ νὰ ἐξέρχεται τοῦ σπηλαίου, δεχόταν πλῆθος ἐπισκεπτῶν, καὶ ὁδήγησε στὴν χριστιανικὴ πίστη μεγάλο ἀριθμὸ Σαμαρειτῶν. Ἀπὸ φθόνο γιὰ τὸν ὅσιο, ἕνας Σαμαρείτης, ἔστειλε τὴν νύχτα στὸν ἐρημίτη μιὰ πόρνη μεταμφιεσμένη σὲ μοναχή, μὲ σκοπὸ νὰ τὸν παρασύρει στὴν ἁμαρτία.

Μετὰ ἀπὸ μύρια παρακάλια, ἡ πόρνη τὸν ἔπεισε νὰ τῆς ἀνοίξει τὴν πόρτα καὶ προσποιούμενη ὅτι πονάει στὸ στῆθος,ζήτησε ἀπὸ τὸν ἅγιο νὰ τῆς κάνει ἐντριβή. Ὁ ἅγιος τῆς ἔκανε τὴν ἐντριβή, ἀλλὰ γιὰ νὰ ἀντισταθεῖ στὸ πειραμὸ τῆς σαρκός, κρατοῦσε ὅλη τὴν ὥρα τὸ ἀριστερό του χέρι μέσα στὴν φωτιὰ ποὺ ἔκαιγε δίπλα του. Βλέποντας τὴν ὑπεράνθρωπη ἀντοχὴ τοῦ ἀσκητῆ, ἡ πόρνη ὁμολόγησε τὴν ἄθλια ἀποστολή της, μετανόησε καὶ εἰσῆλθε σὲ μονή, ὅπου προόδευσε στὴν ἀρετή.

Καθὼς ἡ φήμη του ἁπλώνοταν καὶ τὰ θαύματα πολλαπλασιάζονταν, πλήθη κόσμου προσέτρεχαν στὸν ἅγιο, ταράσσοντας τὴν ἡσυχία του. Γιὰ τὸ λόγο αὐτό, ὁ Ἰάκωβος ἐγκαταστάθηκε σαράντα μίλια μακριά, σὲ ἄλλο σπήλαιο, ποὺ βρισκόταν κοντὰ σὲ ποτάμι. Ἡ μακρὰ περίοδος ἄσκησης καὶ τὰ χαρίσματα ποὺ τοῦ εἶχε ἐπιδαψιλεύσει ὁ Θεός, τοῦ ἔδιναν τὴν βεβαιότητα ὅτι εἶχε ἐξασφαλίσει ὁριστικὰ τὴν ἀρετὴ καὶ ἀφέθηκε νὰ κυριευθεῖ ἡ ὑπερηφάνεια. Αὐτὴν τὴν εὐκαιρία περίμενε ὁ δαίμονας γιὰ νὰ ἐπιτεθεῖ. Μιὰ ἡμέρα ἕνας πατέρας τοῦ ἔφερε τὴν θρηνώντας τὴν κόρη του ποὺ ἔπασχε ἀπὸ ἀκάθαρτο πνεῦμα. Ὁ ἄγιος τὴν ἐλευθέρωσε μὲ τὴν προσευχή του. Φοβούμενος, ὅμως, ὁ πατέρας της τυχὸν ὑποτροπή, τὴν ἄφησε νὰ μείνει λίγο καιρὸ κοντά στὸ σπήλαιο. Παρὰ τὰ τόσα χρόνια ἀσκητικῆς ζωῆς, ὁ Ἰάκωβος ὑπέκυψε στὴν βίαια σαρκικὴ ἐπιθυμία καὶ ἀτίμασε τὸ κορίτσι. κατόπιν γεμάτος ντροπὴ καὶ ἀπὸ φόβο ὅτι θὰ ἔχανε τὴν ἐκτίμηση τῶν ἀνθρώπων, σκότωσε τὴν κοπέλα καὶ πέταξε τὸ πτῶμα της στὸ ποτάμι.

Ὅταν ἀφυπνίσθηκε ἡ συνείδησή του καὶ ἀντιλήφθηκε τὸ μέγεθος τοῦ ἐγκλήματός του, ὑποκύπτοντας στὴν τελευταία ἐπίθεση τοῦ δαίμονα, ἀλώθηκε ἀπὸ τὴν ἀπελπισία καὶ ἀποφάσισε νὰ ἐπιστρέψει στὸν κόσμο. Καθ' ὁδὸν συνάντησε ἕναν ἅγιο γέροντα, ὁ ὁποῖος καταλαβαίνοντας ἀπὸ τὸ ταραγμένο ὕφος του ὅτι εἶχε διαπράξει μεγάλη ἁμαρτία, τὸν ὤθησε νὰ τοῦ ἐξομολογηθεῖ τὸ ἔγκλημά του καὶ τὸν παρακίνησε νὰ ἐμπιστευθεῖ τὴν εὐσπλαχνία τοῦ Θεοῦ. Ἀφοῦ ἀποχαιρέτισε τὸν γέροντα, ὁ Ἰάκωβος βρῆκε στὸν δρόμο του ἕναν ἐγκαταλειμμένο τάφο, εἰσῆλθε σπρώχνοντας τὰ ὀστὰ σὲ μιὰ γωνιὰ καὶ ἄρχισε νὰ προσεύχεται ταπεινὰ στὸν Θεό. Μὲ τὴν καρδία ζωοπυρωμένη ἀπὸ τὰ δάκρυα τῆς μετάνοιας, παρέμεινε δέκα χρόνια μέσα σ' αὐτὸ τὸν σκοτεινὸ τάφο, ἀγνοημένος ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, βγαίνοντας μονάχα τὴν νύχτα γιὰ νὰ τραφεῖ μὲ λίγα χόρτα ποὺ φύτρωναν ἐκεῖ κοντά.

Ὁ Θεός, ὁ ὁποῖος οὐ βούλεται τὸν θάνατον τοῦ ἀσεβοῦς ὡς τὸ ἀποστρέψαι τὸν ἀσεβῆ ἀπὸ τῆς ὁδοῦ αὐτοῦ καὶ ζῆν αὐτόν (Ἰεζ. 33,11), τὸν συγχώρησε, τὸν ἀξίσωσε ἐκ νέου τῆς χάριτός του, ὥστε λίγο καιρὸ ἀργότερα ὁ Ἰάκωβος μὲ τὴν προσευχή του ἔκανε νὰ σταματήσει ἡ ξηρασία ἀπὸ τὴν ὁποία ὑπέφερε ἡ γειτονικὴ περιοχή. Μὲ δάκρυα ἐπὶ δακρύων, προοδεύοντας στὴν ἁγία ταπείνωση, ὁ ὅσιος Ἰάκωβος παρέδωσε τέλος τὴν ψυχή του στον Κύριο σὲ ἡλικία ἐβδομήντα πέντε ἐτῶν, ἐν πλήρει εἰρήνη. Στὴν θέση τοῦ τάφου ὅπου ξαναβρῆκε τὴν χάρη τῆς μετάνοιας οἰκοδομήθηκε ἀργότερα ναός.

Τέλος, αξίζει να σημειώσουμε την προσευχή που έλεγε ο Όσιος Ιάκωβος όσο ήταν στον τάφο:

«Πώς ατενίσω προς σε ο Θεός; ποίαν δε αρχήν της εξομολογήσεως εύροιμι; ποία καρδία ή ποίω θαρρήσας συνειδότι, γλώσσαν ασεβή, και χείλη μολυσμού γέμοντα, κινήσαι πειράσωμαι; ποίας δε αμαρτίας πρώτον άφεσιν αιτήσαι κατατολμήσω; φείσαι φιλάνθρωπε Κύριε! ίλεως γενού τω αναξίω, Δέσποτα αγαθέ, και μη συναπολέσης με ταις αισχραίς μου πράξεσιν. Ου γαρ μικρά μου τα δυσσεβήματα. Πορνείαν ετέλεσα. Φόνον ειργασάμην. Αίμα αθώον εξέχεα. Και προς τούτοις, τοις ύδασι, και θηρίοις, και πετεινοίς δέδωκα εις βοράν. Και νυν Κύριε, ειδότι σοι τα πάντα εξομολογούμαι, αγαθέ, την τούτων εξαιτούμενος άφεσιν. Μη παρίδης με Δέσποτα. Aλλά κατά την σοι πρέπουσαν ευσπλαγχνίαν, οικτείρησόν με τον ασεβή. Και κατάπεμψον εις εμέ το παρά σου πλούσιον έλεος, ελθόντα επί τα της αμαρτίας βάραθρα. Κατεπόντισέ με γαρ, η του λυμεώνος εχθρού καταιγίς. Μη δη καταπίη με ο δράκων ο βύθιος».

ἀπὸ τὸ Νέο Συναξαριστὴ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας,
ἐκδόσεις Ἴνδικτος
http://www.filoumenos.com

O Όσιος Πατήρ ημών Ιάκωβος ο ασκητής, εν ειρήνη τελειούται.

Aπήλθε σαρκός ώσπερ έκ τινος πάγης,
O σαρκός Ιάκωβος, ουχ αλούς πάγαις.
Oύτος ο Όσιος αφήσας όλα του κόσμου τα πράγματα, εκατοίκησεν εις ένα σπήλαιον δεκαπέντε χρόνους, κοντά εις μίαν κωμόπολιν, ονομαζομένην Πορφυριώνη, και εκεί εμεταχειρίζετο κάθε άσκησιν. Eις τούτον τον Όσιον ήλθέ ποτε μία γυνή πόρνη παρακινηθείσα από μερικούς ακολάστους, η οποία πηδήσασα επάνω εις αυτόν αδιάντροπα, τον επαρακίνει εις ασέλγειαν. O δε Όσιος ενθύμησεν αυτήν την μέλλουσαν κόλασιν του αιωνίου πυρός. Όθεν έκαμεν αυτήν να μετανοήση, και να προσέλθη εις τον Χριστόν. Eπειδή όμως κανένας άνθρωπος ψιλός, δεν ημπορεί να αποφύγη τας μηχανάς και παγίδας του πονηρού Διαβόλου, διά τούτο ηκολούθησε να πέση και ούτος ως άνθρωπος, εις πτώματα και αμαρτίας μεγάλας, ίνα εκ του παραδείγματος τούτου, προσέχουν εις τον εαυτόν τους οι ενάρετοι εκείνοι, οι οποίοι νομίζουν ότι στέκονται, και να πέσουν δεν ημπορούν. Και προς τούτοις, ίνα εκ του εναντίου, αφ’ ου πέσουν ούτοι εις αμαρτίας μεγάλας, πάλιν σηκωθούν διά της μετανοίας, και μη απελπισθώσιν. Ένας γαρ άρχων ένδοξος, έχωντας θυγατέρα δαιμονιζομένην, επρόσφερεν αυτήν εις τον Όσιον τούτον διά να την ιατρεύση. O δε Άγιος προσευχηθείς, παρευθύς ηλευθέρωσεν αυτήν από το δαιμόνιον. O δε πατήρ της κόρης, φοβηθείς μήπως πάλιν ο δαίμων ενοχλήση αυτήν, αφήκε την κόρην μαζί με τον νέον αδελφόν της εις το σπήλαιον του Οσίου.
 O δε Όσιος νικηθείς από την επιθυμίαν, φευ του πτώματος! διαφθείρει την κόρην. Έπειτα τι γίνεται; Φοβηθείς διά να μη φανερωθή η σιγχαμερά αύτη πράξίς του, φονεύει μεν την γυναίκα, φονεύει δε ομού και τον αδελφόν της. Τα δε νεκρά σώματα τούτων, ρίπτει αυτά εις τον ποταμόν, οπού εκεί κοντά έτρεχεν. Eκ τούτου δε απελπισθείς τελείως από την σωτηρίαν του, ώρμησε διά να υπάγη εις τον κόσμον. Eις καιρόν δε οπού επήγαινεν, απαντά αυτόν ένας ευλαβής Μοναχός, εις του οποίου τας παραινέσεις και συμβουλάς υπακούσας ο Όσιος, εσφάλισε τον εαυτόν του μέσα εις ένα τάφον, και εκεί υπέμεινε κάθε σκληραγωγίαν και κακοπάθειαν1. Μετά ταύτα, ηκολούθησε να γένη μίαν φοράν ξηρασία και αβροχία εις την χώραν εκείνην. Όθεν προστάζει ο Θεός τον Eπίσκοπον της πόλεως, ότι αν ο Ιάκωβος, οπού είναι κλεισμένος μέσα εις τον τάφον, δεν προσευχηθή, δεν θέλει λυθή η αβροχία. Τότε λοιπόν επήγεν εις τον Όσιον ο Eπίσκοπος με όλον τον λαόν και πολλά παρακαλέσας αυτόν, τον έπεισε διά να προσευχηθή. Όθεν ευθύς οπού επροσευχήθη, έγινε βροχή πολλή. Eκ τούτου λοιπόν λαβών ο Όσιος καλάς ελπίδας περί της σωτηρίας του επρόσθεσε σκληραγωγίαν επάνω εις την σκληραγωγίαν, και δάκρυα επάνω εις τα δάκρυα, και έτζι με πολιτείαν θεάρεστον τελειώσας την ζωήν του, παρέδωκε την ψυχήν του εις χείρας Θεού.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ
1. Σημείωσαι, ότι η προσευχή οπού έλεγε γονατιστός δέκα χρόνους ο Όσιος ούτος Ιάκωβος εν τω τάφω ευρισκόμενος, ήτον αύτη· «Πώς ατενίσω προς σε ο Θεός; ποίαν δε αρχήν της εξομολογήσεως εύροιμι; ποία καρδία ή ποίω θαρρήσας συνειδότι, γλώσσαν ασεβή, και χείλη μολυσμού γέμοντα, κινήσαι πειράσωμαι; ποίας δε αμαρτίας πρώτον άφεσιν αιτήσαι κατατολμήσω; φείσαι φιλάνθρωπε Κύριε! ίλεως γενού τω αναξίω, Δέσποτα αγαθέ, και μη συναπολέσης με ταις αισχραίς μου πράξεσιν. Ου γαρ μικρά μου τα δυσσεβήματα. Πορνείαν ετέλεσα. Φόνον ειργασάμην. Αίμα αθώον εξέχεα. Και προς τούτοις, τοις ύδασι, και θηρίοις, και πετεινοίς δέδωκα εις βοράν. Και νυν Κύριε, ειδότι σοι τα πάντα εξομολογούμαι, αγαθέ, την τούτων εξαιτούμενος άφεσιν. Μη παρίδης με Δέσποτα. Aλλά κατά την σοι πρέπουσαν ευσπλαγχνίαν, οικτείρησόν με τον ασεβή. Και κατάπεμψον εις εμέ το παρά σου πλούσιον έλεος, ελθόντα επί τα της αμαρτίας βάραθρα. Κατεπόντισέ με γαρ, η του λυμεώνος εχθρού καταιγίς. Μη δη καταπίη με ο δράκων ο βύθιος». Και τα λοιπά.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

http://www.snhell.gr/references/synaxaristis/search.asp?
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...